βασιλεύς

βᾰσῐλ-εύς, , gen. έως, [dialect] Ep. ῆος, Cypr. ῆϝος Inscr.Cypr.104,135H.: acc. βασιλέα, [var] contr. -ῆ Orac. ap. Hdt.7.220, E.Fr.781.24 (lyr.): nom. pl. βασιλεῖς, [dialect] Aeol.
A

-ηες Sapph.Supp.6.4

, IG12(2).6 (Mytil.), -ειες ib. 646a45, al., [dialect] Ep. -ῆες, old [dialect] Att.

-ῆς S.Aj.188

,960 (both lyr.), cf. Hdn. Gr.1.430: acc. pl.

βασιλέας IG12.115

, later βασιλεῖς ib.2.243, etc.:— king, chief, Hom., etc.: freq. with collat. sense of captain or judge, Hes. Op.202;

διοτρεφέες β. Il.2.445

, etc.;

θεῖοι Od.4.691

, etc.; later, hereditary king, opp. τύραννος, Arist.EN1160b3, etc.; but also of tyrants, as Hiero, Pi.O.1.23; of Gelo, Hdt.7.161; of Pisistratus, Eup.123, cf. Sch. Ar.Ach.61: joined with a Subst.,

βασιλεὺς ἀνήρ Il.3.170

, etc.;

ἀνὴρ β. Hdt.1.90

; ἄναξ β. lord king, A.Pers.5, cf. B.17.1: c. gen.,

β. νεῶν A. Ag.114

(anap.); οἰωνῶν β., of the eagle, ibid., Pi.O.13.21: [comp] Comp.

βασιλεύτερος

more kingly,

Il.9.160

,392, Od.15.533, Tyrt.12.7: [comp] Sup.

βασιλεύτατος Il.9.69

.
b of the gods,

Ζεὺς θεῶν β. Hes.Th.886

, cf. Pi.O.7.34, Emp.128.2
, etc. (in this sense Hom. uses ἄναξ); as cult title of Zeus, IG7.3073.90 (Lebad.), SIG1014.110 ([place name] Erythrae), etc. (but Ζεὺς β., = Ahuramazda, X.Cyr.3.3.21, al., Arr.An.4.20.3); ὁ μέγας β., of God, LXX Ps.47(48).2, Ph.2.107: [comp] Sup.

βασιλεύτατοι τῶν θεῶν Max.Tyr.29.5

.
2 as a title of rank, prince,

β. εἰσὶ καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐν . . Ἰθάκῃ Od.1.394

, cf. 8.390, etc.; of Cyrus, X.Oec. 4.16.
b descendant of a royal house, esp. in Ionia, Arist.Ath. 41.3; βασιλέων οἶκοι 'estates of the royal house', name of a district in Chios,

Ἀθηνᾶ 20.168

.
3 generally, lord, master, Il.18.556, Pi.O.6.47.
4 metaph.,

πόλεμος πάντων β. Heraclit.53

;

νόμος ὁ πάντων β. Pi.Fr.169

.
II at Athens, the second of the nine Archons, IG12.76, al., Antipho 6.38, Lys.6.4, Arist.Pol.1285b17, Ath. 57, etc.;

ἡ τοῦ β. στοά Pl.Euthphr.2a

.
2 title of magistrates in other Greek states, as βασιλᾶες at Elis, GDI1152, cf. IG12(2).6 (Mytil.), etc., Arist.Pol.1322b29.
3 at Rome, β. τῶν ἱερῶν, = rex sacrorum, D.H.5.1, cf. D.C.54.27.
III after the Persian war (without Art.), the king of Persia, Hdt.7.174,al.;

ἄναξ Ξέρξης β. A.Pers.5

, cf. 144, Ar.Ach.61, Th.8.48, IG22.141 (βασιλῆς βασιλέως ὕποχοι μεγάλου, of the Satraps, A.Pers.24, cf. 44, S.E.M.2.22); less freq.

ὁ βασιλεύς Hdt.1.132

,137, Arist.Pol.1304b13;

β. ὁ μέγας Hdt. 1.188

.
2 of Alexander and his successors, usually with Art., IG22.641,687, Men.293,340(pl.);

Σέλευκος Antiph.187

; Ἀντίγονος Alex.III;

Πτολεμαῖος Id.244

;

Ὀσυμανδύας βασιλεὺς βασιλέων D.S. 1.47

; title used by Parthian kings, Plu.Pomp.38, D.C.37.6, etc.; by Antony, Plu.Ant.54; of God, Apoc.17.14,19.16.
3 of the Roman emperors, AP10.25 (Antip. Thess.);

β. Ῥωμαίων BGU588.10

(i A.D.), etc., cf. 1 Ep.Ti.2.2, J.AJ14.15.14;

β. αὐτοκράτωρ IG3.13

([place name] Hadrian), Hdn.1.6.5
; without Art., Paus.10.32.19.
IV of any great man,

πένησί τε καὶ βασιλεῦσιν Ps.-Phoc.113

.
2 first or most distinguished of any class,

Ἡρώδην τὸν β. τῶν λόγων Philostr. VS2.10.1

, cf. Luc.Rh.Pr.II; winner at a game, Poll.9.106, Sch.Pl. Tht.146a; Stoic sage,

μόνος β. Luc.Herm.16

; βασιλέως ἐγκέφαλος 'morsel fit for a king', Clearch.5; β. σῦκα, name of a choice kind, Philem.Lex. ap. Ath.3.76f., cf. Poll.6.81.
V = συμποσίαρχος, Plu.2.622a, Luc.Sat.4.
VI wren, Arist.HA592b27.
VII queen-bee, ib.623b9, GA759a20, etc. (The form βασιλέα is scanned ?βασιλεύςX ?βασιλεύςX ¯ in Pi.N.1.39; codd. βασίλεια.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βασιλεῦς — βασιλεύς king masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεύς — king masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασιλεύς — Basileus (altgriechisch βασιλεύς, gen. βασιλέως – basileús, basiléōs; neugriechisch βασιλιάς – vasiljás = „König“) war der Titel der byzantinischen Kaiser sowie weiterer Herrscher in der griechischen Geschichte. Inhaltsverzeichnis 1 Herkunft des… …   Deutsch Wikipedia

  • βασιλεῦσ' — βασιλεῦσι , βασιλεύς king masc dat pl βασιλεῦσαι , βασιλεύω to be king aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασιλεύς — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Αναφέρεται και ως Βασίλειος. Αποκεφαλίστηκε με διαταγή του αυτοκράτορα Λικίνιου και το σώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα. Διετέλεσε επίσκοπος Αμάσειας (314 322). Η μνήμη του τιμάται στις 26 Απριλίου. 2.… …   Dictionary of Greek

  • Βασιλεύς ο Ροδολίνος — Τραγωδία του κρητικού θεάτρου. Τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1647 στη Βενετία. Είναι έργο του Ιωάννη Ανδρέα Τρωίλου από το Ρέθυμνο και η υπόθεση είναι εμπνευσμένη από έμμετρη τραγωδία του Ιταλού Τορκουάτο Τάσο. Γνωρίζουμε ελάχιστα για τον ποιητή της …   Dictionary of Greek

  • Νόμος πάντων βασιλεύς. — См. Обычай старше закона …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βασιλεύς. — См. Самодержавие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • βασιλεῖς — βασιλεύς king masc nom pl (attic ionic parad form) βασιλεύς king masc acc pl βασιλεύς king masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλῆ — βασιλεύς king masc acc sg βασιλεύς king masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλῆες — βασιλεύς king masc nom pl (attic epic ionic) βασιλεύς king masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.